Ανακοίνωση στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κολοπρωκτολογίας, 23 έως τις 25 Ιανουαρίου 2020, Αθήνα

Γκέγκες Ι1, Δαλαβούρας Ν1, Παρασκευόπουλος Ι2, Σταματιάδης Α1, 

1. Χειρουργικό Ιατρείο Πρωκτού, Αθήνα

2. ‘Α Γενική Χειρουργική, ΓΝΑ ΚΑΤ, Κηφισιά, Αθήνα

Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να ερευνήσει την αποτελεσματικότητα της ιμικουιμόδης στη θεραπεία των ενδοπρωκτικών αλλοιώσεων. Η ιμικουιμόδη ως τοπική θεραπευτική προσέγγιση, αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις βασικές επιλογές αντιμετώπισης των περιπρωκτικών βλαβών του ιού HPV. Ωστόσο,  η χρήση της ιμικουιμόδης ενδοπρωκτικά δεν έχει λάβει επίσημη έγκριση και συχνά θεωρείται μη προβλεπόμενη.

Υλικό και μέθοδοι: Για τη συλλογή των απαραίτητων δεδομένων πραγματοποιήθηκε μία συστηματική ηλεκτρονική αναζήτηση στις διαδικτυακές βάσεις δεδομένων PubMed και Scopus. Και στις δύο, η αναζήτηση έγινε στις 30 Σεπτεμβρίου 2019. Συνολικά, από τις σχετικές μελέτες συμπεριλήφθηκαν 422 ασθενείς. Σε 281 από αυτούς, ήτοι ποσοστό 66,6% συνυπήρχε η λοίμωξη με τον ιό HIV. Η ιμικουιμόδη στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εφαρμόστηκε σε υψηλόβαθμες δυσπλαστικές αλλοιώσεις του ιού (HSIL) και λιγότερο σε ενδοπρωκτικά κονδυλώματα. Η ιμικουιμόδη χρησιμοποιήθηκε τοπικά με τη μορφή κρέμας από τους ίδιους τους ασθενείς.

Αποτελέσματα και Συμπεράσματα: Στην ανασκόπηση σημειώθηκαν 171 περιπτώσεις ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από ενδοπρωκτική χρήση της ιμικουιμόδης σε σύνολο 422 ασθενών. Στη πλειοψηφία τους επρόκειτο για τοπικές δερματικές αντιδράσεις. Οι ανεπιθύμητες παρενέργειες που σχετίζονται με την ενδοπρωκτική χρήση της ιμικουιμόδης φαίνεται να είναι ελάσσονος σημασίας συγκριτικά με τα κλινικά οφέλη απέναντι στις ενδοπρωκτικές HSIL βλάβες και τα κονδυλώματα. Στους ασθενείς με HSIL επιτεύχθηκε πλήρης θεραπεία σε 74 (35%) και μερική σε 44 (20,9%), ενώ στην ομάδα των κονδυλωμάτων το ποσοστό επιτυχίας άγγιξε το 67% (128 ασθενείς). Η επανεμφάνιση των HSIL βλαβών παρατηρήθηκε σε 19 ασθενείς (15%), ενώ στους ασθενείς με κονδυλώματα η υποτροπή εμφανίστηκε σε 38 (19,8%). Τα παρόντα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν τη χρήση της ιμικουιμόδης ως μία αποτελεσματική, ασφαλής και σχετικά καλά ανεκτή θεραπευτική επιλογή.